H δίκη του Κολοκοτρώνη

 
 
Δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης
 
Δικαστής Αναστάσιος Πολυζωϊδης
Πρόεδρος: Πώς ονομάζεσαι;
Στρατηγός: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Πρόεδρος: Από πού κατάγεσαι;
Στρατηγός: Από το Λιμποβίσι της Καρύταινας.
Πρόεδρος: Πόσων ετών είσαι;
Στρατηγός: Εξήντα τέσσερων.
Πρόεδρος: Τι επάγγελμα κάνεις;……..
Στρατηγός: Στρατιωτικός. Στρατιώτης ήμουνα. Κράταγα επί 49 χρόνια στο χέρι το ντουφέκι και πολεμούσα νύχτα μέρα για την Πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου να πεθαίνουν, τ’ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου να ξεψυχάνε μπροστά μου. Μα δε δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για την Λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω.
Όταν του ανακοινώθηκε η καταδικαστική απόφαση, είπε: «Αντίκρυσα τόσες φορές το θάνατο και δεν τον φοβήθηκα. Ούτε τώρα τον φοβούμαι».
Ο Θ. Κολοκοτρώνης, σύμφωνα με σχέδιο που δημοσιεύθηκε το 1827 στο Παρίσι από τον A. Friedel και θεωρείται από τις πιο πιστές απεικονίσεις του ήρωα.
Τότε, κάποιος από το ακροατήριο του φώναξε συγκινημένος: «Άδικα σε σκοτώνουν, Στρατηγέ!». Και ο Γέρος του Μοριά αποκρίθηκε: «Γι’ αυτό λυπάσαι; Καλύτερα που με σκοτώνουν άδικα, παρά δίκαια»
 
Το Σεπτέμβριο του 1833 συνελήφθησαν οι Δημήτριος Πλαπούτας, Θεόδωρος Γρίβας και άλλοι πατριώτες, αλλά στην τελική φάση μόνο ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας θεωρήθηκαν προδότες. Τους έκλεισαν επί σειρά μηνών στις φυλακές Ιτς Καλέ του Ναυπλίου, σε αυστηρή απομόνωση, και όταν πραγματοποιήθηκε η δίκη -μια παρωδία με χρήση δεκάδων ψευδομαρτύρων- κανέναν στοιχείο ενοχής τους δεν βρέθηκε. Παρ’ όλα αυτά, στις 25 Μαΐου 1834 καταδικάστηκαν σε θάνατο για εσχάτη προδοσία, όμως ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Αναστάσιος Πολυζωίδης, και ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπογράψουν την απόφαση. Υπό την πίεση της αγανάκτησης του ελληνικού λαού και την παρέμβαση του Όθωνα η ποινή και των δύο μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843, μετά το γλέντι για τον γάμο του μικρού του γιου.

Advertisements 

Share: