Οι Τράπεζες, η Καθημερινή και ο Σκάϊ

Σπύρος Στάλιας, Οικονομολόγος Ph.D
 
 
Όλοι ακούμε από την τηλεόραση αλλά και διαβάζουμε συνεχώς σε έγκριτες και έγκυρες εφημερίδες, ότι οι Τράπεζες αδυνατούν να δανείσουν, επειδή οι πολίτες, λόγω της κατάστασης, έχουν ‘σηκώσει’ τις καταθέσεις τους, και ότι κατατίθεται αμέσως αποσύρεται, σε μεγάλο ποσοστό, από τους κατόχους των λογαριασμών.
Έτσι οι τράπεζες πάσχουν από ρευστότητα. Πώς να δώσουν δάνεια;
Περιμένουν με αγωνία να εφαρμοστεί και στη χώρα μας η ποσοτική χαλάρωση του κύριου Ντράγκι και έτσι πάλι οι τράπεζες να ανοίξουν τις πιστωτικές κάνουλες στους επενδυτές.
Πρωταθλητές σε αυτή την είδους πληροφόρηση, είναι η ναυαρχίδα του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα μας, η εφημερίδα ‘Καθημερινή’ και ο ΣΚΑΪ, ο έτερος Καππαδοκίας στο χώρο των μήντια.
Ας δούμε τι ακριβώς ισχυρίζονται οι πολιτικοί και οικονομικοί συντάκτες των μέσων αυτών αλλά και άλλων νεοφιλελευθέρων μέσων.
Με εντολή της Τράπεζας Ελλάδος, η κάθε τράπεζα υποχρεούται από κάθε κατάθεση 1 ευρώ να παρακρατά, ας πούμε, 0,10 ευρώ, ή 10% του 1 ευρώ ως υποχρεωτικό κλασματικό αποθεματικό. Αν τώρα διαιρέσουμε το 1 ευρώ με το 0,10, έχουμε τον λεγόμενο πολλαπλασιαστή χρήματος m, που ισούται 1/0,10=10. Τι μας λέει ο πολλαπλασιαστής χρήματος. Ότι για κάθε 1 νέο ευρώ που κατατίθεται σε μια τράπεζα, η προσφορά χρήματος (Μ) θα αυξηθεί κατά 10 ευρώ, αφού τα υποχρεωτικά αποθεματικά είναι 10%. Δηλαδή Μ=m x MB, όπου Μ η προσφορά χρήματος, m ο πολλαπλασιαστής χρήματος και ΜΒ η νομισματική βάση της οικονομίας, στην περίπτωση μας το 1 ευρώ που καταθέτουμε.
Συνοψίζω, αν καταθέσουμε 1 ευρώ στην Τράπεζα τότε παράγονται από αυτό το 1 ευρώ, 10 ολοκαίνουργια ευρώ, εφ όσον τα υποχρεωτικά κλασματικά αποθεματικά είναι 10%.
Ας δούμε τώρα πως λειτούργει ο πολλαπλασιαστής στην οικονομία.
Ας υποθέσουμε ότι κάνετε μια κατάθεση στην τράπεζα 100 ευρώ. Η τράπεζα παρακρατά ως υποχρεωτικό αποθεματικό 10 ευρώ, δανείζει τα 90 ευρώ ενώ η προσφορά χρήματος αυξάνεται στην οικονομία κατά 100 ευρώ. Την άλλη μέρα ο δανειολήπτης των 90 ευρώ, εξοφλεί τους πιστωτές του, και ο λήπτης των 90 ευρώ, έρχεται στην τράπεζα και καταθέτει τα 90 ευρώ. Η Τράπεζα με την σειρά της δανείζει από αυτά τα 81 ευρώ, αφού παρακρατά 9 ευρώ, δηλαδή το 10% της κατάθεσης των 90 ευρώ. Η προσφορά του χρήματος την δεύτερη μέρα αυξάνεται κατά 90 και η συνολική προσφορά χρήματος γίνεται 100+190= 190 ευρώ.
Η διαδικασία αυτή συνεχίζεται μέχρι ότου τα κλασματικά αποθεματικά μηδενίζονται. Στην περίπτωση του παραδείγματος μας τα κλασματικά
αποθεματικά μηδενίζονται σε 94 περιόδους όπου η προσφορά χρήματος αγγίζει τα 1000 ευρώ.
Ο παρακάτω πινάκας περιγράφει τις πέντε πρώτες περιόδους για να έχουμε μια ξεκάθαρη εικόνα πως το σύστημα λειτούργει.
 
Η ιδέα του πολλαπλασιαστή είναι πολύ απλή, αλλά κρύβει μια πολύ ενδιαφέρουσα μυθολογία που μας αφορά όλους. Τι συμπεράσματα βγάζουμε από την λειτουργία του πολλαπλασιαστή.
1.Η τράπεζα για να δανείσει πρέπει πρώτα να έχει καταθέσεις. Αν δεν έχει καταθέσεις δεν μπορεί να δανείσει. Με άλλα λόγια η τράπεζα δανείζει κάτι που δεν της ανήκει.
2. Ο πολλαπλασιαστής του χρήματος είναι αυτός που αυξάνει την προσφορά χρήματος στην οικονομία, δεδομένου του κλασματικού αποθεματικού που υποχρεωτικά διατηρεί μια τράπεζα. Δηλαδή η αιτιώδης σχέση αρχίζει από την κατάθεση, κλασματικά αποθεματικά, πολλαπλασιαστής, δάνεια, αύξηση της προσφοράς χρήματος.
3. Η επιτυχής λειτουργία των τραπεζών, δηλαδή η επέκταση των ισολογισμών τους, εξαρτάται από την ποσότητα των αποθεματικών τους ή από τα κλασματικά αποθεματικά που υποχρεούνται να παρακρατούν
4. Εφ’ όσον η Κεντρική Τράπεζα θέτει τα όρια των κλασματικών αποθεματικών, αυτό σημαίνει ότι η Κεντρική Τράπεζα ανά πάσα στιγμή, μπορεί να ελέγχει την προσφορά του χρήματος στην οικονομία. Αυτό το ονομάζουν νομισματική πολιτική.
Όλα τα παραπάνω που περιέγραψα, αν τα αναζητήσετε σε ένα οικονομικό σύγγραμμα που διδάσκεται στα Πανεπιστήμια όλου του κόσμου, αυτή ακριβώς την περιγραφή θα συναντήσετε.
Δυστυχώς τίποτα από τα παραπάνω δεν περιγράφουν την πραγματικότητα και πως τα πράγματα λειτουργούν, και αν δεν με πιστεύετε ρίξτε μια ματιά στο ‘Divorcing Money from Monetary Policy’, ed. of the Federal Reserve Bank of New York, September 2008 και στο CAPITAL
REQUIREMENTS AND BANK BEHAVIOUR: THE IMPACT OF THE BASLE ACCORD, BASLE COMMITTEE ON BANKING SUPERVISION WORKING PAPERS No. 1 – April 1999.
Ας τα πάρουμε τα πράγματα ένα ένα.
Οι τράπεζες ποτέ δεν δανείζουν έχοντας κατά νού πόσα αποθεματικά έχουν ή πόσες καταθέσεις δέχονται. Μια τράπεζα μπορεί να δανείσει χωρίς να έχει ούτε ένα ευρώ κατάθεση. Η τράπεζα δανείζει ένα αξιόπιστο πελάτη. Ποιος είναι αξιόπιστος πελάτης, εξαρτάται από το κατά πόσο το τραπεζικό σύστημα τείνει να γίνει καζίνο, όπως είχε γίνει από το 2002 έως το 2008, που όλοι ήσαν αξιόπιστοι ή σήμερα, που όλοι είναι αναξιόπιστοι γιατί οι τράπεζες δεν έχουν ακόμα ξεκαθαρίσει τους ισολογισμούς τους.
Τέλος πάντων, με βάση αυτόν τον αξιόπιστο πελάτη προσδοκά στη διάρκεια της ζωής του δάνειου να έχει κάποιο κέρδος. Η δημιουργία λοιπόν ενός δανείου, είναι εντελώς ανεξάρτητη από τα πόσα αποθεματικά έχει η τράπεζα.
Όταν η τράπεζα δημιουργήσει ένα δάνειο, τότε σπεύδει να δημιουργήσει και τα αποθεματικά, τα οποία τα βρίσκει δανειζομένη είτε από την διατραπεζική αγορά είτε κατ’ ευθείαν από την Κεντρική Τράπεζα με κάποιο επιτόκιο.
Όσο η διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που δανείζει η τράπεζα, και του επιτοκίου που δανείζεται για αποθεματικά, είναι θετικό υπέρ της τράπεζας, η τράπεζα δανείζει.
Επί της ουσίας η τράπεζα όταν δανείζει 100 ευρώ, δημιουργεί αυτό το χρήμα ex nihilo, εκ του μηδενός, και αναγράφει στον ισολογισμό της το δάνειο των 100 ευρώ, ως ενεργητικό της στοιχειό που θα της αποδώσει κέρδος στο μέλλον, και στις υποχρεώσεις αναγράφει 100 ευρώ, ως κατάθεση του λήπτη του δανείου.
Κατά συνέπεια η δυνατότητα μιας τράπεζας να αναπτυχθεί δεν περιορίζεται από το κατά πόσο έχει καταθέσεις ή αποθεματικά. Η τράπεζα αναπτύσσεται αναλόγως της δυνατότητας που έχει να δανείζει. Τα δάνεια δημιουργούν καταθέσεις και όχι οι καταθέσεις δάνεια. Η αιτιότητα είναι αντίστροφη. Η δυνατότητα συνεπώς να δημιουργεί δάνεια και μέσω αυτών καταθέσεις (υποχρεώσεις) είναι άσχετες με τα αποθεματικά της τράπεζας και της καταθέσεις της.
Τι περιορίζει τις τράπεζες να δανειοδοτούν; Οι τράπεζες έχουν δυο περιορισμούς στο να δανειοδοτούν. 1.Τα ενεργητικά της στοιχεία να μην είναι ευκόλως ρευστοποιήσιμα, όποτε έχει κίνδυνο να πτωχεύσει από αυτό και μόνο το γεγονός, δηλαδή αν αιφνιδίως οι κατάθετες ζητήσουν τα χρήματα τους και τα ενεργητικά της στοιχεία να μην ρευστοποιούνται αμέσως. Τότε η τράπεζα πτωχεύει. 2. Να μην έχει επαρκή κεφάλαια έτσι ώστε να μπορεί να αντικαταστήσει κάθε κόκκινο δάνειο στο ενεργητικό της. Και πάλι τότε η τράπεζα πτωχεύει.
Αυτό, προς άρση πάσης αμφιβολίας, από την Τράπεζα των Διεθνών Διακανονισμών ( Bank of International Settlement, BIS) που είναι η Κεντρική Τράπεζα των Κεντρικών Τραπεζών. Τον μόνο σημαντικό περιορισμό που θέτει στις τράπεζες ως προς την δυνατότητα τους να δανείζουν έχει να κάνει με την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Με άλλα λόγια για τον δανεισμό, θα πρέπει να σχετίζεται η ποιότητα των αξιών που η τράπεζα λαμβάνει για να δανείσει, με την ποσότητα κεφαλαίων που η τράπεζα πρέπει να διακρατά. Αυτό το προαπαιτούμενο εκφράζεται στο ποσό που χρεώνει η τράπεζα τον δανειζόμενο.
Οι ελληνικές τράπεζες πτώχευσαν και από τι δυο αιτίες, και ενώ εμείς τις ξελασπώνουμε με βαριά φορολογία (βαρέλι δίχως πάτο), αυτές μα ζητάνε για το ευχαριστώ και τα σπίτια μας. Οι Έλληνες αυτό το δέχονται. Αυτό αποκαλείται ραγιαδισμός αλλά είναι άλλη ιστορία.
Το τελευταίο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσον η Κεντρική Τράπεζα πράγματι ελέγχει την συνολική προσφορά του χρήματος στην οικονομία και την οποία ονομάζουν νομισματική πολιτική.
Σύμφωνα με την ΕΕ η οικονομία αποτελείται επί της ουσίας από τα νοικοκυριά, από το κράτος και τις επιχειρήσεις και από τις τράπεζες. Το κράτος και οι επιχειρήσεις εξομοιώνονται, επειδή το χρήμα είναι ιδιωτικό. Το κράτος είναι ιδιωτικό, με την έννοια ότι δανείζεται όπως μια επιχείρηση ή ένα νοικοκυριό, και επιπροσθέτως φορολογεί.
Τώρα, τα νοικοκυριά προσφέρουν την εργατική τους δύναμη στην διαδικασία της παραγωγής, οι επιχειρήσεις παράγουν, το κράτος φορολογεί και δανείζεται και οι τράπεζες δανείζουν εκ των προτέρων την παραγωγική διαδικασία δηλαδή τις επιχειρήσεις αλλά και το κράτος.
Σχηματικά, αφού ολοκληρωθεί η παραγωγική διαδικασία, οι εργαζόμενοι δαπανούν σύμφωνα με τους μισθούς που εισέπραξαν μείον τους φόρους που κατέβαλαν, το κράτος δαπανά τους φόρους που εισέπραξε και επιστέφει τον δανεισμό στις Τράπεζες, και οι επιχειρήσεις εισπράττουν από την πώληση της παραγωγής στους εργαζόμενους, και επιστρέφουν στις τράπεζες ότι δανείστηκαν στην αρχή της παραγωγικής περιόδου.
Δηλαδή στο τέλος της περιόδου όλη η πίστωση που δημιουργήθηκε στην αρχή της περιόδου κλείνει με την επιστροφή του χρήματος στις τράπεζες, και οι χρεοπιστωτικοί λογαριασμοί, που αφορούν σε στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της τράπεζας, επίσης εξισώνονται και κλείνουν.
Η συνολική αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα εμφανίζεται ως μη εξοφληθέντα δάνεια προς την τράπεζα γιατί το κράτος μπορεί άγρια να φορολογήσει τους πολίτες, για να εξοφλεί τα δάνεια του για να εξισορροπήσει τον προϋπολογισμό του.
Αλλά αυτή η διαδικασία, αυτός ο τρόπος ανάπτυξης, έχει ένα δραματικό τέλος. Ο ιδιωτικός τομέας δεν είναι δυνατόν να δανείζεται συνεχώς, γιατί σε σύντομο χρόνο δεν θα μπορεί να ικανοποιήσει την αποταμίευση του αφού θα από_αποταμειευει, και σταμαατά την παραγωγή, αυξάνεται η ανεργία και μπαίνουμε σε κρίση.
Άρα η κρίση και η ανεργία είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν επιθυμεί να αγοράσει οτιδήποτε μπορεί να παραχθεί αλλά αντ’ αυτού προτιμά να αποταμιεύει. Δεδομένου ότι το κράτος με την σειρά του προτιμά να έχει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό ή ακόμα και πρωτόγεννη πλεονάσματα, οι φόροι να είναι μεγαλύτεροι από τις δαπάνες του, η κρίση θα βαθαίνει όλο και πιο πολύ. Ήδη εισήλθαμε στο ένατο χρόνο αυτού του γεγονότος.
Κατά συνέπεια η προφορά χρήματος δεν αυξάνεται επειδή ο ιδιωτικός τομέας αρνείται να δανειστεί και αντιστρόφως όταν εξοφλεί τα δάνεια του η προσφορά χρήματος μειώνεται.
Συμπέρασμα: Η Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να ελέγξει την προσφορά χρήματος.
Άρα ο έλεγχος της προσφοράς του χρήματος είναι αδύνατον να συνιστά νομισματική πολιτική. Νομισματική πολιτική συνιστά μόνο το γεγονός του καθορισμού του ύψους του επιτοκίου στην πώληση αποθεματικών από την Κεντρική Τράπεζα στο τραπεζικό σύστημα. Αυτό όμως είναι άλλη ιστορία.
Οι φράσεις λοιπόν ότι ο τράπεζες δεν δανείζουν γιατί δεν έχουν καταθέσεις, και ακόμα ότι το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης (Quantitative Easy) θα προμηθεύσει τις τράπεζες με ζεστό τυπωμένο νέο χρήμα και έτσι μετά θα μπορούν να δανείζουν, είναι ως ισχυρισμοί εξαιρετικά επικίνδυνοι και βλακώδεις.
Συνοψίζω η αλυσίδα της αιτιότητας δεν είναι λογαριασμοί καταθέσεων-αποθεματικά-δάνεια-λογαριασμός καταθέσεων, όπως διδάσκουν τα βιβλία των οικονομικών και μαθαίνουν τα παιδιά για τον πολλαπλασιαστή του χρήματος και τι μας σερβίρει η Καθημερινή, ο Σκάι και άλλοι ‘αυθεντίες’ νεοφιλελεύθεροι δημοσιογράφοι, άλλα δάνεια-αποθεματικά-λογαριασμός καταθέσεων. Με άλλα λόγια τα δάνεια γεννούν αποθεματικά και όχι τα αποθεματικά δάνεια. Τελεία και Παύλα.
Δυστυχώς η έλλειψη γνώσης, λίαν επιεικώς, για ένατο χρόνο καθηλώνει την χώρα και τον λαό στην υπανάπτυξη και στη δυστυχία, με βάση τα ιδεολογήματα του ευρω που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.
Είναι άδικο ένας ολόκληρος λαός να είναι καταδικασμένος τον 21ο αιώνα σε διαρκή φτώχεια, επειδή η καθεστηκυία τάξη του έχει εγκληματική άγνοια για το πώς η οικονομία δουλεύει. Αν προκύψει κοινωνική έκρηξη το ‘κάναμε λάθος’ δεν θα είναι επαρκής δικαιολογία για το τι πιθανότατα θα επακολουθησει.
Η επιστροφή στο Εθνικό Νόμισμα είναι η πρώτη αναγκαία συνθήκη που θα πρέπει να ικανοποιηθεί έτσι ώστε το Κράτος να καλύψει το έλλειμμα της ζήτησης και να οδηγηθούμε στην οικονομική ανάπτυξη.

Όσο για την έγκριτη Καθημερινή και τον Σκαϊ, ας σοβαρευτούν! 

Share: