Άσπρισα πολύ και νυχτώνει...

 Γκριζάρω, ολοένα διαρρέων προς το αθόρυβο λευκό των άστρων στο κατάμαυρο άφωτο του νυχτερινού ουρανού -"ο γαλαξίας: φώτα σιγαλέα λελυπημένα"...

Όλα υποχωρούν σε επίπεδα κατωφερέστερα· προς τη σίγαση των παθών -η αναγκαία επιβράδυνση για την εξοικονόμηση ενέργειας και την επιμήκυνση του ανύσματος του χρόνου...
Παίρνει αποστάσεις το βλέμμα και παρατηρεί. Όσο μακρύτερα τόσο μικρότερα τα πράγματα, τόσο αδιόρατη γίνεται η κίνηση των περιστρεφομένων ατόμων -άτομα: το μή τμήσιμο, είπε ο Δημόκριτος.

Όλα από μακριά μοιάζουν αδιάφορα και συμπαθή μέσα στη δαιμονισμένη ακινησία τους.
Όλα, παρεκτός ετούτα όλα τα δαιμονοκαβαλημένα ανθρωπάκια που δε λένε να καταλαγιάσουν· να ανεχτούν -σε πρώτο βαθμό- όσους νομίζουν αντιπάλους. Να σταματήσουν να τους γαβγίζουν και να σταθούν λίγες στιγμές να στήσουν αυτί στους ψιθύρους των άλλων. Να οσφρανθούν ακίνητοι τον αγέρα· να "φερμάρουν" όπως κυνηγόσκυλα πριν προχωρήσουν στη σωστή κατεύθυνση.
Σε τούτο τον παραδαρμένο τόπο. 
Παντού.
Υλακές γύρω και δαγκωματιές τυφλές, λυσσασμένες.
Με ξετρυπώνει στο σκοτάδι το λευκό κεφάλι.
Εντάξει. Άσπρισα πολύ και νυχτώνει.
Πια δεν προλαβαίνω να κρυφτώ...

Share: