Τα διακριτά πρόσωπα: Γνώση και Πίστη, του Στέφανου Δημητρίου

Συνήθως σε έναν διάλογο οι συνομιλητές κάθονται αντικριστά. Βλέπουν ο ένας τον άλλον και ξεχωρίζουν ως διακριτά πρόσωπα, με ξεκάθαρες απόψεις. Σε έναν διάλογο ανάμεσα στην Πολιτεία και την Εκκλησία, οι απόψεις είναι διακριτές, αλλά τα πρόσωπα όχι. Στον διάλογο, είναι σημαντικό να σκέφτεται κανείς -πέρα από τη διαφωνία ή και εξαιτίας αυτής- σε τι ο συνομιλητής του μπορεί να έχει δίκιο. Η Εκκλησία ισχυρίζεται ότι η ορθόδοξη πίστη είναι αναπόσπαστο μέρος του πολιτισμού μας. Και έχει δίκιο. Πράγματι, είναι πολύ δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να επιτύχουμε την πολιτισμική μας αυτοκατανόηση, χωρίς να αναστοχαστούμε τη διαμόρφωσή μας ως ανθρώπων και πολιτών. Αυτός ο αναστοχασμός περιλαμβάνει εθιμικές συμπεριφορές, στάσεις, συλλογικές πράξεις και εκφράσεις οικογενειακές, κοινωνικές, ακόμη και του φιλικού μικρόκοσμου, που είναι αξεδιάλυτα μπολιασμένες με το θρησκευτικό βίωμα, ώστε, ακόμη και αν κάποιος δεν διακονεί την ορθόδοξη πίστη, ή δεν γνωρίζει σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή, να είναι κοινωνός αυτού του βιώματος, το οποίο μετέχει ενεργώς και διαπλαστικώς και στο κοινό, πολιτισμικό βίωμα. Από την άλλη -ίσως ακριβώς για αυτό- η επιμονή στη διδασκαλία των θρησκευτικών, με ομολογιακό-κατηχητικό περιεχόμενο και προσανατολισμό, είναι υπερβολική. Η θρησκευτική συνείδηση καλλιεργείται πρωτίστως στην οικογένεια. Όταν πηγαίνει ο μαθητής και η μαθήτρια στο σχολείο, είναι σχεδόν έτοιμοι ως προς το πόσο δεκτικοί είναι στα μηνύματα της επικρατούσας θρησκείας.
Σε ό,τι αφορά το επίμαχο ζήτημα της διδασκαλίας των θρησκευτικών, η μεν Πολιτεία επιδιώκει αυτό το μάθημα να παρέχει γνώσεις για τη θρησκεία, χωρίς να κατηχεί υπέρ της επικρατούσας, κατά τον συνταγματικό καθορισμό της, στη χώρα μας, θρησκείας, ενώ η Εκκλησία διαμαρτύρεται για τους κινδύνους που απειλούν την ορθόδοξη πίστη από τη μη προβολή της μέσω της θρησκευτικής διδασκαλίας. Είναι σαφές ότι το ζήτημα αφορά τη σχέση θρησκευτικής ελευθερίας και εκπαίδευσης σε ένα λαϊκό, εκκοσμικευμένο κράτος δικαίου, όπως οφείλει να είναι μια ευσύντακτη δημοκρατική πολιτεία, ή σε ένα θρησκευτικώς χειραγωγούμενο κράτος. Συνεπώς, προέχει ο ορισμός των εννοιών στο πλαίσιό τους, δηλαδή στο ανεξίθρησκο κράτος ή στο κράτος που εκπληροί και θρησκευτικές υποχρεώσεις προς την επικρατούσα θρησκεία.
Ας δούμε όμως το ζήτημα: ο χαρακτηρισμός «επικρατούσα θρησκεία» είναι απάντηση στο ερώτημα ως προς τι επικρατεί ή έναντι ποίων επικρατεί αυτή; Ο ορισμός «επικρατούσα θρησκεία» (άρθρο 3 και 1) δεν σημαίνει ότι επικρατεί έναντι άλλων θρησκειών και δογμάτων, αλλά ότι είναι η προτιμώμενη από την πλειοψηφία των πολιτών. Το πρόβλημα εξαρτάται από τρεις παραμέτρους: κράτος, γονείς, παιδιά. Ας επιστρέψουμε, όμως, στη θρησκευτική ελευθερία. Αυτή συνιστά μορφή αρνητικής ελευθερίας, έχει δηλαδή αμυντικό και προστατευτικό χαρακτήρα, ως προς τις πιθανές παρεμβάσεις της κρατικής εξουσίας στη θρησκευτική συνείδηση των ανθρώπων. Μπορεί, λοιπόν, να είναι αποδεκτή η θέση ότι, επειδή οι γονείς είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και συνήθως ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη αντίστοιχης θρησκευτικής συνείδησης των παιδιών τους, το κράτος υπέχει υποχρέωση να παρέχει στα παιδιά τους θρησκευτική κατήχηση μέσω του μαθήματος των θρησκευτικών; Εάν ναι, αυτό δεν θα συνεπαγόταν και από τη μεριά των γονέων, που εγείρουν την αξίωση, και, κυρίως, από την πλευρά της Πολιτείας, που θα την αποδεχόταν, κατάφωρη και απαράδεκτη παραβίαση της αρχής της θρησκευτικής ελευθερίας μέσω της αντιστροφής της προστατευτικής - αμυντικής της διάστασης;
Η Εκκλησία φρονεί πως καθετί που παρεκκλίνει από την κατεύθυνση του ομολογιακού-κατηχητικού περιεχομένου των θρησκευτικών είναι επιβουλή της ορθόδοξης πίστης. Ως εκ τούτου, αξιώνει να έχει ελεγκτικό ρόλο και λόγο στο περιεχόμενο όλων των βιβλίων των θρησκευτικών (εάν θυμάμαι καλά, είχε εκδώσει σχετική ανακοίνωση τον χειμώνα του 2011). Ωστόσο, παρόλο που, ως μη νομικός, αδυνατώ να υπεισέλθω σε λεπτοφυείς απολήξεις και ιδιαίτερες αποχρώσεις των νομικών θεμελιώσεων, πιστεύω ότι μπορεί να υποστηριχθεί πως, στο Σύνταγμα (άρθρο 13 και 1), αλλά και στην ΕΣΔΑ (άρθρο 9), περιλαμβάνονται οι προκείμενες, για να συμπεράνουμε ότι, προκειμένου να υπάρξει αμυντική-προστατευτική κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας των μαθητών, χρειάζεται η προαιρετική θρησκευτική εκπαίδευση ή, εναλλακτικώς, μια εκπαίδευση θρησκειολογικού, γνωστικού περιεχομένου και προσανατολισμού.
Ο νομοθέτης μπορεί ευχερώς να διαλέξει και να καθορίσει το θρησκευτικό υπόδειγμα που θεωρεί ορθό, δηλαδή το θρησκειολογικό ή αυτό της κατήχησης, εφόσον, μάλιστα, λάβει υπόψη ότι η επιλογή δεν γίνεται εν κενώ, αλλά στο στέρεο και βραχώδες έδαφος, στο οποίο μπορούν να στεριώσουν τέτοιες επιλογές, δηλαδή σε αυτό της συνταγματικής δημοκρατικής πολιτείας και στα πολιτικά-φιλελεύθερα, εκτός από τα δημοκρατικά, ουσιώδη γνωρίσματά της.
Έχει, λοιπόν, δικαίωμα η πλειοψηφία -από την επιλογή της οποίας προκύπτει η επικρατούσα θρησκεία- να επιβάλει αυτή την επιλογή μέσω της δημόσιας, υποχρεωτικής εκπαίδευσης; Από την άλλη, είναι η απαλλαγή από το μάθημα αυτό τεκμήριο σεβασμού της θρησκευτικής διαφορετικότητας στο σχολείο; Η υποχρεωτικότητα των θρησκευτικών, ως μαθήματος με ομολογιακό-κατηχητικό περιεχόμενο, προϋποθέτει ότι η θρησκευτική πλειοψηφία δικαιούται να μετατρέψει τις πεποιθήσεις της σε περιεχόμενο της δημόσιας εκπαίδευσης, ώστε -διά της υποχρεωτικότητας του μαθήματος, εκτεινόμενης σε όλους και όλες- αυτές οι πεποιθήσεις να επιβάλλονται και σε αυτούς που δεν τις ασπάζονται.
Από την άλλη, η βούληση της Πολιτείας να κατοχυρώσει την υποχρεωτικότητα -ή, αντιθέτως, τη δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα- πόσο συμβατή είναι με την θρησκευτική ελευθερία και την αρνητική-αμυντική της διάσταση; Η επίκληση του θρησκευτικού φρονήματος της πλειοψηφίας αρκεί, για να θεμελιώσει τον αποκλεισμό των αλλόδοξων ή των άθεων από το μάθημα που θα παρείχε θρησκειολογική διδασκαλία και γνώση; Εφόσον, δηλαδή, το δικαίωμα στην εκπαίδευση είναι καθολικό, τότε η αρχή της ισότητας, εκτεινόμενη και στις θρησκευτικές πεποιθήσεις, δηλαδή ως θρησκευτική ισότητα, επιτάσσει οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των παιδιών να μην εμποδίζουν την απρόσκοπτη άσκηση αυτού του δικαιώματος στην εκπαίδευση.
 
***
 
Από την αρχή θρησκευτικής ελευθερίας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, πιστεύω ότι συνάγεται η θέση ότι το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να παρέχει γνώσεις και όχι να καλλιεργεί την πίστη. Το κριτήριο, λοιπόν, για το πώς διαμορφώνεται το μάθημα θα πρέπει να μην καθορίζεται αλλά να είναι χειραφετημένο από ομολογιακά-κατηχητικά υποδείγματα. Τέτοιο κριτήριο δεν επιτρέπει την απαλλαγή από το μάθημα, αλλά, μαζί με την υποχρεωτικότητά του, διασφαλίζει και το πλουραλιστικό, γνωστικό του περιεχόμενο, αποκλείοντας τον κηρυγματικό χαρακτήρα του, όπως αρμόζει στο δημόσιο σχολείο μιας δημοκρατικής - ρεπουμπλικανικής πολιτείας.
Τέτοια πολιτεία δεν μπορεί παρά να εντάσσει τη θρησκευτική ισότητα στην καταστατική αρχή της καθολικής, δημοκρατικής ισότητας. Αυτό σημαίνει ότι η απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών δεν αποτελεί δικαίωμα. Θα αποτελούσε όμως έξοδο κινδύνου, εάν το Σύνταγμα όριζε ότι πρέπει να διδάσκεται υποχρεωτικώς μόνο ένα συγκεκριμένο δόγμα, οπότε θα καθόριζε τις πεποιθήσεις των μαθητών και των μαθητριών. Αυτό δεν μπορεί να είναι το Σύνταγμα ενός συνταγματικού, δημοκρατικού κράτους δικαίου. Αυτό δεν είναι το Σύνταγμα της χώρας μας.
Η απαλλαγή από το μάθημα, παραβιάζοντας την αρχή της θρησκευτικής ισότητας, θα αποτελούσε αιτία διακρίσεων και άνισης μεταχείρισης. Από την άλλη, η υποχρεωτικότητα του μαθήματος είναι θεμιτή, μόνο εφόσον κατοχυρώνεται αδιαμφισβήτητα και δεσμευτικά το γνωστικό, πλουραλιστικό του περιεχόμενο και όχι η καλλιέργεια συγκεκριμένης θρησκευτικής πίστης. Η δημόσια εκπαίδευση δεσμεύεται από τις μείζονες αρχές του πολιτεύματος και δεν μπορεί να υπηρετεί, κατά παρέκκλιση από αυτές τις αρχές, τις προτιμήσεις μαθητών και γονέων. Ζούμε, άλλωστε, σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Είναι, λοιπόν, δυσεξιχνίαστες και διαφορετικές μεταξύ τους αυτές οι προτιμήσεις, ώστε να καθορίσουν ως ενιαίο πλέγμα κριτηρίων τις προτεραιότητες του δημόσιου σχολείου.
Είναι ζητούμενο, λοιπόν, ένα υποχρεωτικό, θρησκειολογικό μάθημα, που θα περιλαμβάνει τη διδασκαλία όλων των θρησκειών, χωρίς κατηχητικό περιεχόμενο, το οποίο, όμως, δεν θα εξαντλείται μόνο σε πληροφορίες σχετικά με τις διάφορες θρησκείες. Δέκα χρόνια είναι πολλά, για να συλλέγει κανείς μόνο πληροφορίες. Άλλωστε, ο χριστιανικός πολιτισμός είναι ο ένας -μαζί με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό- πυλώνας του ευρωπαϊκού, συνταγματικού πολιτισμού. Οι γνωρίζοντες καλύτερα τα του μαθήματος θα κρίνουν ορθότερα. Αξίζει, πάντως, να δει κανείς, ως προς αυτό, τα σχετικά κείμενα του Σταύρου Ζουμπουλάκη.
***
Από τα παραπάνω λείπει κάτι: επειδή το να παίρνει κανείς ξεκάθαρη θέση, εκτός από ευθύτητα, είναι και σεβασμός στον αναγνώστη, δεν μπορεί να είναι «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ». Ως εκ τούτου, αφού προσπάθησα να δω το δίκιο της Εκκλησίας, πρέπει να υπάρχει κατάληξη στο ποιος έχει -κατά τη γνώμη μου- δίκιο σε αυτή τη διαμάχη της Πολιτείας με την Εκκλησία. Το δίκιο είναι με τη μεριά του υπουργού Παιδείας. Δεν είναι το προσωπικό δίκιο του Νίκου Φίλη, ο οποίος κατασυκοφαντήθηκε, αλλά του λειτουργού της δημοκρατικής πολιτείας, που πρέπει να υπηρετεί το γενικό συμφέρον, σε όποια κυβέρνηση και αν ανήκει. Άλλωστε, ούτε οι κυβερνήσεις πρέπει να κατηχούν ούτε η Εκκλησία να κυβερνά. Ο αναγκαίος διάλογος Πολιτείας και Εκκλησίας προϋποθέτει οι εταίροι του διαλόγου να μπορούν να κοιτάζονται, άρα να μπορούν να σταθούν αντικριστά, όπως κάνουν οι άνθρωποι που, για να συζητήσουν, κάθονται σε ένα τραπέζι. Το τραπέζι είναι το όριο που τους χωρίζει αλλά και το πεδίο του διαλόγου. Αυτό το όριο δεν μπορεί παρά να είναι η διασφάλιση των διακριτών ρόλων Πολιτείας και Εκκλησίας. Για να κάνεις έναν διάλογο αντικριστά, πρέπει να ξεχωρίζει, να διακρίνεται το πρόσωπο του ενός από του άλλου. Μόνο έτσι οι διαλεγόμενοι μπορούν να κοιταχτούν κατά πρόσωπο, κατάματα.
Η Πολιτεία και η Εκκλησία, για να συνομιλήσουν, για να αναγνωριστεί ο ρόλος της Εκκλησίας και η χειραφέτησή της από την Πολιτεία, θα πρέπει η μία να αντικρίσει το διακριτό, το ξεχωριστό πρόσωπο της άλλης. Μόνον έτσι θα συνομιλήσουν τα διακριτά πρόσωπα της Γνώσης και της Πίστης. Μόνον έτσι θα αναρωτηθούμε μήπως αυτή είναι μια θεμιτή «διπροσωπία», μήπως δηλαδή, ως άνθρωποι, χρειαζόμαστε και τα δύο. Μήπως αν, ως πολίτες, πρέπει να πατάμε γερά στη γνώση, αλλά και ως άνθρωποι να ξαποσταίνουμε και λίγο στην πίστη. Τα θρησκευτικά θα πρέπει να μιλούν για την πίστη, αλλά όχι για μία μόνο πίστη. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ακουμπάνε στη γνώση. Αυτό διδάσκονται οι μαθητές: γνώση.
 

Στέφανος Δημητρίου, διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στον Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων 

Share: