Ο Τοκογλύφος...

 Πρόσωπο φυσικό ή νομικό που δανείζει χρήματα με παράνομο τόκο. Τοκογλυφία είναι το σύστημα ενός τέτοιου δανεισμού.

 
Τόκος είναι το κέρδος που αποφέρει συνήθως ο παράνομος δανεισμός. Τοκολόγιο είναι το βιβλίο στο οποίο αναγράφεται αναλυτικά ο τόκος του κεφαλαίου αλλά και των τόκων, αναλόγως του επιτοκίου και του χρόνου δανεισμού. Με άλλα λόγια τοκογλύφος είναι το πρόσωπο φυσικό ή νομικό που ισχυρίζεται πως εξυπηρετεί δυστυχείς και τους σώζει από δύσκολες περιστάσεις. Και αφού τους σώσει, τους εντάσσει στο τοκολόγιό του και τους καταστρέφει ολοσχερώς.
 
Τοκογλύφος είναι άνθρωπος συνήθως κοντός με μύτη γαμψή, με μικρά μάτια γερμένα στο πλάι, με κόρες θαμπές, βλέμμα στεγνό, μαλλί χωρίστρα πακτωμένο στο πλάι, συνήθως άπλυτο. Οι Ρωμαίοι είχαν αποτυπώσει σε προτομή το πρόσωπο του τοκογλύφου. Αντιπαθής, ανάλγητος, αδίστακτος, πανούργος, αδηφάγος, άπληστος, ακόρεστος, κτηνώδης, κακούργος, απεχθής. Αυτά, την περίοδο κατά την οποία οι θεωρίες περί της εγκληματικής φύσης επικεντρώνονταν στο πρόσωπο και το σώμα (θεωρία του Λομπρόζο).
 
Σήμερα, χωρίς να παραγνωρίζουμε την επιβίωση τέτοιων τύπων στους βιότοπους της τοκογλυφίας, οι τοκογλύφοι συναντιούνται παντού, σε χώρους ιδιωτικούς και δημόσιους, σε οργανισμούς, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα υπουργεία, στην Βουλή των Ελλήνων. Κυρίως στις τράπεζες και τους μεγάλους οικονομικούς ομίλους
 
Θυμάμαι έναν ανώτερο υπάλληλο κρατικού οργανισμού να διαπληκτίζεται τηλεφωνικά με μια δυστυχισμένη γριούλα και να την απειλεί ότι θα της βγάλει στο σφυρί το μοναδικό της σπίτι. Οι υφιστάμενοί του τον ήξεραν, τον σιχαίνονταν και τον φοβόντουσαν. Τον αποκαλούσαν «ο τοκογλύφτης». Μετά το πέρας του ωραρίου του έφευγε σαν κύριος, πήγαινε στους σκουπιδοτενεκέδες και μάζευε μπουκάλια να τα πουλήσει.
 
Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρονται οι τράπεζες. Μπαίνεις σε τράπεζα, μπαίνεις στο σπίτι του τοκογλύφου. Μόνον αυτές μπορούν να δανείζουν εννιά φορές περισσότερα χρήματα απ' όσα διαθέτουν σε ρευστό. Επομένως δανείζουν «αέρα». Εισπράττουν όμως ζεστό χρήμα.  Οι τράπεζες, αυτές μόνο απ' όλους τους τοκογλύφους, μπορούν να τοκίζουν νόμιμα τους τόκους του κεφαλαίου.
 
Αυτά σκεφτόμουν έξω από την αίθουσα που εκδίκαζε υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων. Περίμενα την σειρά μου να δικάσω αίτηση αναστολής εκτέλεσης, με βάση διαταγή πληρωμής που είχε εκδώσει σε βάρος του πελάτη μου γνωστή τράπεζα. Στην επιταγή προς πληρωμή το ποσό ανερχόταν στο υπερδιπλάσιο του οφειλομένου. Αιτία ; Οι τόκοι. Οι τόκοι των τόκων, οι τόκοι των τόκων των τόκων των αρχικών τόκων, οι τόκοι των αλλεπάλληλων τόκων. Αυτό ονομάζεται νόμιμος ανατοκισμός και επιτρέπεται, όπως είπαμε, ειδικά και μόνο στις τράπεζες.
 
Οποιοσδήποτε άλλος το επιχειρήσει κατηγορείται ως τοκογλύφος. Οι τράπεζες αντίθετα συνήθως κερδίζουν τις δίκες. Οι πλειονότητα του λαού δεν το γνωρίζει. Το υφίσταται. Η πλειονότητα του νομικού κόσμου το γνωρίζει. Όμως το ανέχεται. Έστω και αν κάπου κάπου η αθλιότητα αυτή κάμπτεται με κάποια απόφαση ευνοική για τους δανειολήπτες.
 
Ακούμπησα τα επιχειρήματά μου με απόγνωση στο χαρτί. Μάταια. Στο τέλος η τράπεζα δικαιώθηκε. Τι και αν επικαλέστηκα τις λεόντιες συμφωνίες που συνάπτουν οι τράπεζες με τους ανύποπτους πολίτες, τι και αν προσέβαλα τα μικρά γράμματα που κακόπιστα μηχανογραφούν αυτές και κανένας δεν τα διαβάζει. Τι και αν είπα για το παράνομο τέτοιων συμφωνιών που αντιβαίνουν στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Στο τέλος η τράπεζα δικαιώθηκε.
 
«Για τους λόγους αυτούς.... απορρίπτει την αίτηση.»
Ο λαός στο όνομα του οποίου ψηφίζονται νόμοι ή εκδίδονται αποφάσεις, ουδέποτε έδωσε τέτοια εντολή. Κανένας άλλωστε εν γνώσει του δεν δίνει σε κανέναν εντολή να ενεργεί σε βάρος του. Αυτό θα προσέκρουε τουλάχιστον στο ένστικτο αυτοσυντήρησης. Απλώς ο λαός κάθε τέσσερα χρόνια δίνει μια γενική εντολή στην εκάστοτε εξουσία και εκείνη γίνεται δυνάστης.
 
Φεύγοντας καταπονημένος, κατεβαίνοντας τις σκάλες, κρατώντας με αηδία την απόφαση αυτή, θυμήθηκα ένα περιστατικό που μου συνέβη στα πρώτα χρόνια της δικηγορίας.
 
Εκπροσωπούσα μια δυστυχισμένη χήρα με ένα ανήλικο παιδί που είχε φορτωθεί τα χρέη του άντρα της. Ο μακαρίτης είχε χρεωθεί σε τοκογλύφο. Το αρπακτικό αυτό είχε την φωλιά του σε ένα μικρό διαμέρισμα στον ημιώροφο μιας πολυκατοικίας στην πλατεία Ομονοίας. Η γυναίκα ήρθε στο γραφείο μου απελπισμένη. Όλες οι προθεσμίες είχαν χαθεί, το σπίτι της, χτισμένο την δεκαετία του '50 είχε κατασχεθεί από τον τοκογλύφο και θα έβγαινε σε λίγες μέρες σε πλειστηριασμό. Οι ύαινες που θα το άρπαζαν είχαν ήδη μυρίσει το αίμα.
 
«Παρακαλέστε τον κύριε», μου είπε κάτωχρη. «Πέστε του να μην γίνει ο πλειστηριασμός, μη χάσω το σπιτάκι μου, άλλωστε ο άντρας μου τον είχε εξοφλήσει. Αν πάλι θέλει και άλλα λεφτά θα δω τι θα κάνω».
«Τι λέτε;» απόρησα.
«Ορίστε οι αποδείξεις». Μου έδειξε τις χειρόγραφες αποδείξεις του κτήνους. Πράγματι ο μακαρίτης είχε πληρώσει το χρέος του στο διπλάσιο.
«Θα δω τι θα κάνω κυρία μου».
Του τηλεφώνησα, του ζήτησα ραντεβού. Πήγα, ήταν μεσημέρι.
Έξω από το διαμέρισμα δεν είχε ούτε κουδούνι ούτε ταμπέλα. Χτύπησα την πόρτα, από μέσα ακούστηκε μια βραχνή φωνή :
«Εμπρός».
Άνοιξα την πόρτα. Στο βάθος μπροστά στο παράθυρο ένα άθλιο γραφείο, μια καρέκλα ξερή που έτριζε σαν μασέλα, μια δεύτερη καρέκλα τρισάθλια μπροστά από το γραφείο και πάνω σε αυτό επιταγές, αποδείξεις, χαρτιά και ένα σταχτοδοχείο γεμάτο αποτσίγαρα.
 
Ο ίδιος, μια μοχθηρή νυφίτσα, ένας ασβός χωμένος στην καρέκλα του, κοντός με δυο ματάκια κουτοπόνηρα, χωρίς χείλια.
«Τι θέλετε;».
Του εξήγησα, του είπα την ιδιότητά μου, του εξέθεσα το δράμα της γυναίκας. Του έδειξα τις αποδείξεις, τις υπογραφές του. Δεν τις αρνήθηκε.
«Τι άλλο θέλετε;» του είπα «η απαίτησή σας προφανώς έχει εξοφληθεί».
«Όχι βέβαια».
«Όχι;».
«Χρωστάει κύριε» μου είπε ψυχρά. «Ορίστε». Μου έδειξε νεότερες επιταγές που είχε υπογράψει στην απόγνωσή του ο μακαρίτης.
 
Κατάλαβα γιατί πέθανε ο άνθρωπος από έμφραγμα.
 
«Και τώρα τι ζητάτε;» τον ρώτησα.
«Τα λεφτά μου μέχρι της εννιά το πρωί της Τετάρτης, αλλιώς το σπίτι θα βγει στο σφυρί», μου απάντησε.
«Δηλαδή πόσα;».
«Όλα».
«Πόσα χρωστάει επιτέλους η γυναίκα;» ρώτησα κρατώντας με δυσκολία την παρόρμησή μου να του ριχτώ.
«Χρωστάει όσα χρωστάει», μου απάντησε ανέκφραστα.
 
Κρατώντας με δυσκολία την ψυχραιμία μου τον ρώτησα «Να δώσει τώρα όσα μπορεί και να αναβάλλουμε τον πλειστηριασμό;».
«Όχι».
«Αυτό είναι καθαρός εκβιασμός κύριε» του είπα δυνατά και σηκώθηκα όρθιος.
 
Με κοίταξε απόκοσμα. Ούτε εκατοστό δεν κινήθηκε από την νεκρική του μάσκα. Στο τέλος μου είπε ήσυχα :
«Ακούστε κύριε, εγώ τα λεφτά μου δεν τα δάνεισα για να τα πάρω. Εγώ τα δάνεισα για να τα παίρνω».
 
Αυτή η ανατριχιαστική διαφορά στους χρόνους του ρήματος με κυνηγάει, κάθε φορά που μπαίνω σε τράπεζα.
 Συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο  του Νίκου Καραβέλου  «Χωρίς Γραβάτα»

φωτό: «Ο αργυραμοιβός και η γυναίκα του» πίνακας του Oλλανδού ζωγράφου Μαρίνους βαν Ρεϊμέρσβελε, c.1540.

Share: