Χύδην στο έβγα του καλοκαιριού

 Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Η κορύφωση της αντίθεσης και της ασυμβατότητας: το γήπεδο πλάι στο νοσοκομείο. Όποιο νοσοκομείο.
Το καρδιογράφημα πιστοποίησης της «παύσης», της «παύλας» τη στιγμή των «ουρανομήκων ζητωκραυγών των οπαδών στο διπλανό στάδιο.
Η αναγκαία σιγή και το ημίφως αντιπαραβαλλόμενο στο εκτυφλωτικό φως των προβολέων και τη θορυβώδη βακχεία του πλήθους.
Ο άνθρωπος που ξεψυχά χωρίς την οφειλόμενη σιγή. Η «καθαρότητα» του απερχομένου όντος απέναντι στη
δυσοσμία του γεμάτου ορμές πλήθους.
Ποιος αγώνας; Ποια προτάγματα; Ποια συνθήματα και συνθηματικά; Ποιου κώδικα μυστικού;
Τίποτε. Προσχήματα για να συνεχίζουμε ματαιοπόροι και γι’ αυτό πάντα νικητές νομίζοντας, ακόμα και με τη μικρότερη νίκη, την κατάληψη ενός υψώματος, τη διατήρηση ενός τάχα στρατηγικού κόμβου. Όπως κάποιοι αθέατοι, όρισαν μέσα από το Επιτελείο. Ίδια, ολόιδια στη ζωή, στην κοινή ζωή, την πολιτική δράση, την Ιατρική φρεναπάτη.
Ποιοι μυρίζονται καλύτερα την ουσία του Βίου; Εμείς οι ανεμοπαρμένοι
από κάθε λογής ανεμοβρόχι με τα ατροφικά φτερά στα μέσα του κρανίου ή αυτοί που γεννήθηκαν με στενό κρανίο αλλά με πελώρια πέλματα και γερά σκέλη για να πατούν στέρεα στη γη;
Τι ήθελα και πήγα πάλι σήμερα «εκεί»;
Μάλλον για να εξηγήσω στους άλλους για ποιο λόγο απεχθάνομαι τις γιορτές κάθε λογής -ονομαστικές, γενέθλια, θρησκευτικές, εθνικές και πάει λέγοντας…
Κυρίως για να πείσω τον πάντα απείθαρχο άλλον Εγώ μου ότι υπάρχει και άλλος δρόμος. Ας αγνοώ για πού.
Κι εκείνο το άθλιο μεταπανσέληνο φεγγάρι κρέμεται
σιωπηλό στον ουρανό, αδιάφορο για τον ψυχοστροβιλισμό μου.

Share: