Ο ΣΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ

 "Σκληρό καρύδι", αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της μνημονιακής κρίσης  ο πρωτογενής τομέας.  Αυτό προκύπτει από μελέτη της Τραπέζης της Ελλάδος. Αφορά την εικοσαετία (1995-2014) και αναφέρεται στην πορεία του γεωργικού και κτηνοτροφικού τομέα.

Η μελέτη της Τράπεζας επαναλαμβάνει αυτό το οποίο είναι κοινή πεποίθηση στην ελληνική κοινωνία : Μόνο ο πρωτογενής τομέας μπορεί να γίνει μοχλός ανάκαμψης και ανάπτυξης της οικονομίας. Προϋπόθεσή όμως για να συμβεί αυτό είναι  οι νέοι άνθρωποι και το κεφάλαιο του αγροτικού τομέα  να καταφέρουν να αποτελέσουν την «κρίσιμη μάζα» που απαιτείται για μια πραγματικά ποιοτική αλλά και εκσυγχρονισμένη αγροτική παραγωγή. Με καλλιέργειες οι οποίες να ανταποκρίνονται στην ανάγκη της αυτάρκειας της χώρας μας σε αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, έξω και πέρα από τους περιορισμούς και τις ποσοστώσεις που επιβάλλει η Κ.Α.Π. Η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα θα έχει επίδραση, πέρα από το εμπορικό ισοζύγιο, και στην μείωση της ανεργίας, λόγω του ότι οι κλήροι είναι μικροί και  είναι το υψηλό ποσοστό απασχόλησης σε σχέση με το σύνολο των απασχολουμένων στην ελληνική οικονομία. 
 
Σε ό,τι αφορά στην παραγωγικότητα του πρωτογενούς τομέα,  την εξαετία 2008 έως και 2014 η γεωργική παραγωγή αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 0,7%. Αντίθετα στο ίδιο διάστημα η κτηνοτροφική παραγωγή συρρικνώθηκε κατά μέσον όρο κατά 1,1% τον χρόνο.

 
Αξιοσημείωτη είναι η πορεία της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, ειδικότερα κατά την περίοδο της κρίσης. Ο αντίστοιχος ρυθμός μεταβολής στον πρωτογενή τομέα φθάνει το 4,2%, ποσοστό εξαιρετικά υψηλό, το οποίο οφείλεται στην αισθητά αυξητική τάση του μεγέθους από το 2009 και μετά.
 
 Ο σχετικά υψηλός μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου, μέχρι το 2007,  αντιστρέφεται τελείως την περίοδο της κρίσης, 2008- 2014, κατά την οποία ο ετήσιος μέσος ρυθμός μεταβολής υποχώρησε στο -12,5%, ενώ ο ρυθμός για το σύνολο της οικονομίας ακόμη χαμηλότερα στο -15,2%.
 
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μέση έκταση της αγροτικής εκμετάλλευσης, η οποία δεν υπερβαίνει τα 70 στρέμματα (σε σχέση με τον κοινοτικό μέσο όρο που είναι 122 στρέμματα) και έτσι εξηγείται το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόληση που παρατηρείται στην ελληνική πρωτογενή παραγωγή.
 
Η Ελλάδα, κλιματολογικά είναι χώρα  με ιδανικές συνθήκες, με δυνατότητες να παράξει αγροτικά, αλιευτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, ποιότητας, και υψηλής διατροφικής αξίας. Η προσοχή πρέπει να στραφεί στις παραδοσιακές ελληνικές καλλιέργειες (ελιά, αμπέλι, σταφίδα, δημητριακα, όσπρια,βότανα, φρούτα και λαχανικά). Η Ελλάδα δεν μπορεί να συναγωνιστεί σε ποσότητα χώρες με απέραντες γεωργικές εκτάσεις, όπως τον Καναδά, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Σε ποιότητα και γεύση όμως τα ελληνικά προιόντα έχουν ασύγκριτα ανταγωνιστικά πλεονέκτηματα και  μπορούν να κατακτήσουν νέες αγορές και άρα να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της κρίσης.

Share: